hurt, damage, always in reference to the mind, mislead, infatuate, of the effects of wine, sleep, divine judgements, etc., ἄασάν μʼ ἕταροί τε κακοὶ πρὸς τοῖσί τε ὕπνος Od. 10.68; ἆσέ με δαίμονος αἶσα κακὴ καὶ . . οἶνος 11.61; φρένας ἄασε οἴνῳ 21.297; of love, θαλερὴ δέ μιν ἄασε Κύπρις Epic. ap. Parth. 21.2; inf. ἆσαι A. Fr. 417; part. ἄσας S. Fr. 628:—Med., Ἄτη ἣ πάντας ἀᾶται Il. 19.91 :—Pass., Ἄτης, ᾗ πρῶτον ἀάσθην Il. 19.136, cf. Hes. Op. 283, h.Cer. 258.
Intr. in aor. Med., to be infatuated, act foolishly, ἀασάμην Il. 9.116, etc.; ἀάσατο δὲ μέγα θυμῷ ib. 537, 11.340; καὶ γὰρ δή νύ ποτε Ζεὺς ἄσατο 19.95, Aristarch., v.l. Ζῆνʼ ἄσατο (sc. Ἄτη), cf. Sch.Ven. ad loc.; εἴ τί περ ἀασάμην A.R. 1.1333; ἀασάμην . . ἄτην 2.623. (ἀϝάω, cf. ἀτάω.)