ἀγγέλλω · angellō — LSJ
bear a message, ὦρτο δὲἾρις . . ἀγγελέουσα Il. 8.409; τινί Od. 4.24, 15.458: c. inf., οἵ κε . . κείνοις ἀγγείλωσι . . οἶκόνδε νέεσθαι may bring them word to return home, 16.350, cf. EM 6.52: c. acc. inf., κήρυκες δʼ . . ἀγγελλόντων . . γέροντας λέξασθαι Il. 8.517.
c. acc. rei, announce, report, ἐσθλά Il. 10.448; φάος ἠοῦς Od. 13.94; Ποσειδάωνι πάντα τάδε Il. 15.159:—in Prose, μή τι νεώτερον ἀγγέλλεις ; Pl. Prt. 310b; prov., οὐ πόλεμον ἀγγέλλεις ‘thatʼs good news’, Id. Phdr. 242b; ἀγγέλλωμεν ἐς πόλιν τάδε ; E. Or. 1539; πρὸς τίνʼ ἀγγεῖλαί με χρὴ λόγους ; Id. Supp. 399.
c. acc. pers., bring news of . . , εἴ κέ μιν ἀγγείλαιμι Od. 14.120; later, ἀ. περί τινος S. El. 1111:—dependent clauses are added with a Conj., ἤγγειλʼ ὅττι ῥά οἱ πόσις ἔκτοθι μίμνε Il. 22.439; ἀ. ὡς . . E. IT 704, D. 18.169; ὁθούνεκα . . S. El. 47:—also in part., ἦ καὶ θανόντʼ ἤγγειλαν; ib. 1452; Κῦρον ἐπιστρατεύοντα . . ἤγγειλεν X. An. 2.3.19, cf. Cyr. 6.2.15; with ὡς, πατέρα τὸν σὸν ἀγγελῶν ὡς οὐκέτʼ ὄντα S. OT 955; ἤγγειλας ὡς τεθνηκότα Id. El. 1341.
Med., only pres., Τεύκρῳ ἀγγέλλομαι εἶναι φίλος I announce myself to him as a friend, Id. Aj. 1376.
Pass., to be reported of, ἐπὶ τὸ πλεῖον Th. 6.34: c. part., ζῶν ἢ θανὼν ἀγγέλλεται S. Tr. 73, cf. E. Hec. 591, Th. 3.16, X. HG 4.3.13: c. inf., ἤγγελται ἡ μάχη ἰσχυρὰ γεγονέναι Pl. Chrm. 153b, cf. X. Cyr. 5.3.30:—ἠγγέλθη τοῖς στρατηγοῖς, ὅτι φεύγοιεν that . . , Id. HG 1.1.27:—ἐπὶ τοῖς ἠγγελμένοις Th. 8.97. (ἀπ-αγγέλλω is more common in Oratt.)