αἰτι-άομαι · aiti-aomai — LSJ
accuse, censure, c. acc. pers., τάχα κεν καὶ ἀναίτιον αἰτιόῳτο Il. 11.654, cf. Od. 20.135; ἀναίτιον αἰτιάασθαι Il. 13.775; θεοὺς βροτοὶ αἰτιόωνται Od. 1.32, cf. E. Fr. 254; καί μʼ τιάασθε ἕκαστος Il. 16.202, cf. S. OT 608, Lys. 7.38, etc.; αἰ. ὡς μιαρούς Pl. R. 562d; αἰ. τινά τινος to accuse of a thing, Hdt. 5.27, Pl. R. 619c, D. 21.104, etc.: c. inf., αἰ. τινὰ ποιεῖν τι accuse one of doing, Hdt. 5.27, Pl. Criti. 120c, X. Mem. 1.1.2; οὐ τὰ ὑμέτερα αἰτιασόμεθα μὴ οὐχ ἕτοιμα εἶναι Pl. La. 189c; αἰ
in good sense, give one the credit of being, σὲ τίς αἰτιᾶται νομοθέτην ἀγαθὸν γεγονέναι; Pl. R. 599e, cf. 379c, Cra. 396d.
c. acc. rei, lay to oneʼs charge, impute, τοῦτο αἰ. X. Cyr. 3.1.39; ταῦτα D. 19.215: c. dupl. acc., τί ταῦτα τοὺς Λάκωνας αἰτιώμεθα ; Ar. Ach. 514.
injure, ὁπλήν Hippiatr. 105.
allege as the cause, οὐ τὸ αἴτιον αἰ. not to allege the real cause, Pl. R. 329b; τίνα ἔχεις αἰτιάσασθαι . . τούτου κύριον; ib. 508a; φωνάς τε . . καὶ ἄλλα μυρία αἰ. Id. Phd. 98e; τἀναίτια Id. Ti. 88a; ὧν τὴν πενίαν αἰτιάσαιτʼ ἄν τις D. 18.263; τὴν δίνην Arist. Cael. 295a32; τὸ αὐτόματον Id. Ph. 196a25.
c. inf., allege, τὸν λόγον αἰ. δυσχερῆ εἶναι Pl. Prt. 333d, cf. Men. 93d; αἰ. τι αἴτιον εἶναι Grg. 518d; ἰλίγγους ἐκ φιλοσοφίας ἐγγίγνεσθαι allege by way of accusation that . . , Id. R. 407c; τῆς ἱερᾶς χώρας ᾐτιᾶτο εἶναι he alleged that it was part of . . , D. 18.150, cf. 37.12. (Late in Act., POxy. 1032.51 (ii A. D.).)