χράομαι · chraomai — LSJ
Med. χράομαι, Att. χρῶμαι, χρῇ prob. in Pl. Hp.Mi. 369a, χρῆται Ar. V. 1028 (anap.), etc. (also Trag., A. Ag. 953), χρώμεθα, χρῆσθε, χρῶνται, And. 4.6, Pl. La. 194c, Th. 1.70, etc.; Dor. χρέομαι Sophr. 126; Ion. χρᾶται Hdt. 1.132, al. (so in later Prose, Iamb. in Nic. p.28 P.); χρέεται v.l. in Hdt. 4.50; χρέονται Hp. Aër. 1; χρέωνται Hdt. 1.34, 4.108, al.; χρείωνται Heraclit. 104; opt. χρῴμην, χρῷο Pl. Cri. 45b, χρῷτο Gorg. Fr. 20, etc.; Ion. χρέοιτο Hp. Acut. 56; imper. χρῶ Democr. 270, Ar. Th.
in pf. κέχρημαι (with pres. sense) c. gen., desire, yearn after, the usual sense in Ep., οὔτʼ εὐνῆς πρόφασιν κεχρημένος (sc. αὐτῆς) οὔτε τευ ἄλλου Il. 19.262; νόστου κεχρημένον ἠδὲ γυναικός Od. 1.13; κομιδῆς κεχρημένοι ἄνδρες 14.124, cf. 17.421, 20.378, 22.50; μαντοσυνέων κεχρημένοι Emp. 112.10.
to be in want of, lack, τοῦ κεχρημένοι; S. Ph. 1264, cf. E. IA 382 (troch.); [βορᾶς] κεχρημένοι Id. Cyc. 98; οὐ πόνων κεχρήμεθα Id. Med. 334; τίνος κέχρησθε, γυναῖκες; Theoc. 26.18: fut., ὃς ἐμεῦ κεχρήσετʼ ἀοιδοῦ Id. 16.73; χρησόμεθα εἰς τὰ ἔργα καὶ ὁδοῦ . . καὶ ὕδατος we shall need . . , SIG 1182.12 (Ephes., iii B. C.): freq. abs. in part. κεχρημένος, lacking, needy, Od. 14.155, 17.347, Hes. Op. 317, 500, E. Supp. 327, Pl. Lg. 717c, cf. κεχρημένως, adv., in a manner requiring, τοῖς ἄλλοις...ἐπι
pf. and plpf. κέχρημαι, κεχρήμην, in pres. and impf. sense, c. dat., enjoy, have, φρεσὶ γὰρ κέχρητʼ ἀγαθῇσι(ν) Od. 3.266, 14.421, 16.398; αὕτη (sc. ἡ χώρη) ὕδασι κάλλιστα κέχρηται Hp. Aër. 12; ἡ καταδεεστέροις τούτοις (sc. τοῖς εἴδεσι) κεχρημένη τραγῳδία Arist. Po. 1450a32, cf. a13, b33; ἄλλαις, μικραῖς διαφοραῖς, Id. Metaph. 1042b31, Phgn. 809a8; ὑγροτέραις σαρξί ib. b11; θριξὶ ξανθαῖς ib. 25; καθαρωτάτῳ . . αἵματι Id. Resp. 477a21; τῶν . . πλαγίαις ταῖς ῥάβδοις κεχρημένων (sc. ἰχθύων) Id. Fr.
use, pres. once in Hom., abs., ἕξει μιν καὶ πέντε περιπλομένους ἐνιαυτοὺς χρεώμενος Il. 23.834: later mostly c. dat. (for acc. v. infr. VI), ἀκμαζούσῃ τῇ ῥώμῃ τῶν χειρῶν χρώμενος Antipho 4.3.3; ἐσθῆτι τοιῇδε χρέωνται Hdt. 1.195, cf. 202, Ar. Ra. 1061 (anap.); διφασίοισι γράμμασι χ. Hdt. 2.36; τοῖσι οὐνόμασι τῶν θεῶν ib. 52; πλατυτέροισι ἐχρέωντο τοῖσι πόμασι, ἐκ φρεάτων χρεώμενοι ib. 108; τοῖσι ἐποποιοῖσι χρεώμενον λέγειν ib. 120; ὅστις ἐμπύρῳ χρῆται τέχνῃ consults burnt offerings, E. Ph. 954; χ
experience, suffer, be subject to, esp. external events or conditions, δάμαρτος Ἱππολύτας Ἀκάστου δολίαις τέχναισι χρησάμενος having experienced, Pi. N. 4.58; κείμεθʼ ἀγηράντῳ χρώμενοι εὐλογίῃ Simon. 100.4; νιφετῷ Hdt. 4.50; στίβῃ καὶ νιφετῷ Call. Epigr. 33.3; χειμῶνι Antipho 5.21, D. 18.194; λαίλαπι AP 7.503 (Leon.); στυγεροῖς πνεύμασι Epigr. ap. D.S. 13.41 (iv B. C.); ἀνάγκῃ Antipho 5.22; οἰκεῖα πράγματʼ εἰσάγων, οἷς χρώμεθʼ, οἷς σύνεσμεν Ar. Ra. 959; γυναικῶν τῶν τοῖς τόκοις χρωμένων πλείοσιν
with verbal nouns. periphr. for the verb derived from the noun, ἀληθέϊ λόγῳ χ. use true speech, i.e. speak the truth, Hdt. 1.14; ἀληθείῃ χ. ib. 116, 7.101; βοῇ χ. set up a cry, Id. 4.134; τοιούτῳ πράγματι οὐ κέχρησαι, = οὐδὲν τοιοῦτο ἔπραξας, Hyp. Eux. 11; δαψιλέϊ τῷ ποτῷ (fort. πότῳ) χρησαμένους Hdt. 2.121.δʹ; ἐσόδῳ χρέο πυκνῶς visit often, Hp. Decent. 13; ἡ σελήνη . . διὰ παντὸς τῇ ἴσῃ παραυξήσει καὶ μειώσει χρῆται Gem. 18.16.
c. dupl. dat., use as so and so, τοῖς ἀγαθοῖσιν . . χ. πρὸς τὰ κακὰ ἀλκῇ Democr. 173; μιᾷ πόλει ταύτῃ χ. Th. 2.15; χ. τῷ σίτῳ ὄψῳ ἢ τῷ ὄψῳ σίτῳ X. Mem. 3.14.4.
χ. τισιν ἔς τι use for an end or purpose, Hdt. 1.34, Eur. Med. 821, D. 19.30; πρός τι, Hdt. 4.87.2, Lys. 24.24, X. Oec. 11.13; ἐπί τι Id. Mem. 1.2.9, Pl. Grg. 508b; ἀμφί or περί τι, Id. Oec. 9.6, An. 3.5.10; with neut. Adj. or Pron. as Adv., τάδε [τῷ ἀμφιβλήστρῳ] χ. makes the following use of the net, Hdt. 2.95; χρέωνται οὐδὲν ἐλαίῳ Id. 1.193; χρυσῷ καὶ χαλκῷ τὰ πάντα χρέωνται ib. 215; λογισμῷ ἐλάχιστα χ., πλεῖστα ἀρετῇ χ., Th. 2.11, 5.105; τί χρήσεταί ποτʼ αὐτῷ; what use will he make of him? Ar
treat, deal with, παραδίδωμι χρᾶσθαι αὐτῷ τοῦτο ὅ τι σὺ βούλεαι Hdt. 1.210, cf. Ar. Nu. 439 (anap.; fort. delendum χρήσθων), Isoc. 12.107; εἰ τύχοι (sc. γυνὴ) μὴ ἐπιτηδεία γενομένη, τί χρὴ τῇ συμφορᾷ χρῆσθαι; Antipho Soph. 49; ἀπορέων ὅ τι χρήσηται τῷ παρεόντι πρήγματι not knowing what to make of it, Hdt. 7.213; ἠπόρει ὅτι χρήσαιτο Pl. Prt. 321c; οὐκ ἂν ἔχοις ὅτι χρῷο σαυτῷ Id. Cri. 45b; in elliptical phrases, τί οὖν χρησώμεθα; Id. Ly. 213c; Θηβαίους ἔχοντες . . τί χρήσεσθε; D. 8.74: c. dat. et
of persons, χρῆσθαί τινι ὡς . . treat him as . . , χ. τινὶ ὡς ἀνδρὶ ψεύστῃ Hdt. 7.209; χ. [τισὶν] ὡς πολεμίοις, ὡς φίλοις καὶ πιστοῖς, treat as friends or enemies, regard them as such, Th. 1.53, X. Cyr. 4.2.8; so φιλικώτερον χρῆσθαί τισι Id. Mem. 4.3.12; ὑβριστικῶς χ. τισί D. 56.12; also without ὡς, ἔμοιγε χρώμενος διδασκάλῳ A. Pr. 324, cf. Heraclit. 104; ὥς γʼ ἐμοὶ χρῆσθαι κριτῇ E. Alc. 801; οὐ σφόδρα ἐχρώμην Λυκίνῳ φίλῳ Antipho 5.63; πλείστοις καὶ δεινοτάτοις ἐχθροῖς χ. And. 4.2; ἀσθενέσι χ. π
χρῆσθαί τινι (without φίλῳ) to be intimate with a man, X. Hier. 5.2, Mem. 4.8.11; χρῆσθαι καὶ συνεῖναί τισι And. 1.49; ἀνάγκη, ὃς ἂν γένηται (sc. παῖς, son), τούτῳ χρῆσθαι one must put up with the son that is born, Democr. 277: ἰητρῷ μὴ χρωμένους not consulting a doctor, Hp. de Arte 5 (so c. dat. et acc., ἐσιέναι παρὰ βασιλέα μηδένα, διʼ ἀγγέλων δὲ πάντα χρᾶσθαι (sc. αὐτῷ) deal with him in everything by messengers, Hdt. 1.99); so Πλάτωνι, Ξενοφῶντι, χ. use, study their writings, Plu. Profect. 2.
esp. of sexual intercourse, γυναιξὶ ἐχρᾶτο Hdt. 2.181, cf. X. Mem. 1.2.29, 2.1.30, Is. 3.10, D. 59.67.
χρῆσθαι ἑαυτῷ make use of oneself or oneʼs powers, with a part., οὐδʼ ὑγιαίνοντι χρώμενος ἑαυτῷ Plu. Nic. 17; αὑτῷ νήφοντι χ. Id. Eum. 16: so with an Adv., χ. ἑαντῷ πρὸς τοὺς κινδύνους ἀφειδῶς Id. Alex. 45; παρέχειν ἑαυτὸν ταῖς ἀρχαῖς χρῆσθαι place oneself at the disposal of another, X. Cyr. 1.2.13, cf. 8.1.5.
abs., or with Adv., χρῶνται Πέρσαι οὕτω so the Persians are wont to do, such is their custom. ib. 4.3.23.
in later Gk. (τῷ μεγαλόφρονι shd. be read for τὸ μεγαλόφρον in X. Ages. 11.11) c. acc. rei, χ. τὰ ἀπὸ λιμένων . . εἰς διοίκησιν τῆς πόλεως Arist. Oec. 1350a7; [θησαυρὸν] χρησάμενοι (v.l. κτησάμενοι) LXX Wi. 7.14; οἱ χρώμενοι τὸν κόσμον ὡς μὴ καταχρώμενοι 1 Ep.Cor. 7.31; ἄνηθον μετʼ ἐλαίου χρήσασθαι IG 42(1).126.27 (Epid., ii A. D.); ὕδωρ χρῶ PTeb. 273.28 (ii/iii A. D.):— for Hdt. 1.99, v. supr. IV.1b.
Pass., to be used, esp. in aor., αἱ δὲ (sc. αἱ νέες) οὐκ ἐχρήσθησαν Hdt. 7.144; τέως ἂν χρησθῇ so long as it be in use, D. 21.16; [σιδήρου τοῦ] χρησθέντος εἰς τύλους Supp.Epigr. 4.447.48 (Didyma, ii B. C.); also χρησθήσεται· χρησιμεύσει Hsch.; also perf., Phryn. 206:—v. χράω A ΙΙ.
for χρή, v. sub voc. (Origin and historical order of the forms and senses not clear: χρή and χρῄζω are cogn.)