1. ἐᾰρῐνός · earinos
of spring, εἰαρινὴ ὥρη spring-time, Il. 16.643, cf. Plb. 3.34.6; εἰαρινὰ ἄνθεα Il. 2.89; πλόος εἰαρινός Hes. Op. 678; θάλπος ἐαρινόν the heat of spring, X. Cyr. 8.6.22; ἄνεμος ἠρινός Sol. 13.19; ἠρινὰ φύλλα Pi. P. 9.46; λειμῶνος ἠρινοῦ στάχυν E. Supp. 448; ἐ. πυλαία IG 9(1).111 (Elatea); τροπαί Ph. 2.163; μῆλα ἐ. apricots, PCair.Zen. 33.13 (iii B.C.):—neut. as Adv., in spring-time, μέλισσα λειμῶνʼ ἠρινὸν διέρχεται E. Hipp. 77 (s.v.l., ἐαρινή Sch.); γῆ ἠρινὸν θάλλουσα Id. Fr. 316.3: ἠρινὰ κελαδεῖ