milk, ἀμελγόμενοι γ. λευκόν Il. 4.434, cf. Od. 4.88, etc.; εὔποτον γ., εὐτραφὲς γ., A. Pers. 611, Ch. 898; ἐν γάλακτι ὤν, τεθραμμένη, at the breast, E. HF 1266, Pl. Ti. 81c; ἐν γάλαξι τρέφεσθαι Id. Lg. l.c. (so metaph., ἐν σπαργάνοις καὶ γάλαξιν εἶναι, of art, Ael. VH 8.8); διδόναι γάλα X. Cyn. 7.4; ἐμπλῆσαι γάλακτος to fill full of milk, Theoc. 24.3: metaph., οἶνος, Ἀφροδίτης γ. Ar. Fr. 596.
ὀρνίθων γ. (ὄρνιθος γάλα, = ὀρνιθόγαλον, Nic. Fr. 71.5, Dsc. 2.144), prov. of rare and dainty things, Ar. V. 508, Av. 734, Mcn. 936; τὸ λεγόμενον, σπανιώτατον πάρεστιν ὀρνίθων γ. Mnesim. 9, cf. Ach.Tat. Intr.Arat. 4 (expld. by Anaxag. 22 as white of egg, cf. Sch. Luc. Merc.Cond. 13).
ἀγαθὸν γ. a good wet-nurse, Call. Epigr. 51; οὐδʼ εἰ γ. λαγοῦ εἶχον . . καὶ ταὧς, κατήσθιον Alex. 123.
milky sap of plants, Thphr. HP 6.3.4, etc.
the milky way, Parm. 11, Arist. Mete. 345a12, Arat. 476; but ὁ τοῦ γάλακτος κύκλος Euc. Phaen. p.4M., Gem. 5.69.