to be full, prop. of a ship, Hdt. 8.118, X. HG 5.1.21: generally, πάντα γ. Jul. Mis. 368c.
= κύειν, Hsch.
c. gen. rei, to be full of, πλοῖα γέμοντα χρημάτων Th. 7.25; λιμὴν ἔγεμεν πλοίων Pl. Criti. 117e; κώμας πολλῶν καὶ ἀγαθῶν γεμούσας X. An. 4.6.27; of animals, to be laden. ὄνοι γέμοντες οἴνου καὶ βρωμάτων Posidon. 5: metaph., κόμπος τῆς ἀληθείας γ. A. Ag. 613, cf. S. OT 4; γέμω κακῶν δή E. HF 1245; γ. θρασύτητος Pl. Lg. 649d; ἀσυμμετρίας καὶ αἰσχρότητος γέμουσα ψυχή Id. Grg. 525a; πικρίας Phld. Ir. p.56 W.: c. dat., to be filled with, ἰτρίοισι, πέμμασι, Archipp. 9, Antiph. 174.2; γῆν πυρὸς γέμουσ