ἱερ-εύω · hier-euō — LSJ
sacrifice, βοῦς . . ἤνις ἠκέστας ἱερευσέμεν 6.94; ταύρους [ποταμῷ] 21.131; τοῖσι δὲ βοῦν ἱέρευσε . . Ζηνί Od. 13.24, etc.: abs., offer sacrifice, τῇ θεῷ Ant.Lib. 20.2.
slaughter for a feast, βοῦς ἱερεύοντες . . εἰλαπινάζουσιν Od. 2.56; ἄξεθʼ ὑῶν τὸν ἄριστον, ἵνα ξείνῳ ἱερεύσω 14.414, cf. 8.59; also δεῖπνον δʼ αἶψα συῶν ἱερεύσατε ὅς τις ἄριστος 24.215:—Med., βοῦς ἱρεύσασθαι oxen to slaughter for themselves, 19.198; μῆλα A.R. 2.302.
consecrate, devote to a god, ἱερευομένη παρθένος Paus. 3.18.4.
sacrifice, i.e. slay, Ph. 2.34, Procop. Goth. 2.25.