new, fresh, ἔργα οὔτʼ ὦν κ. οὔτε παλαιά Hdt. 9.26; κ. ὁμιλία A. Eu. 406; κ. λόγους φέρειν to bring news, Id. Ch. 659; τίδʼ ἐστὶ κ.; S. OC 722, cf. Ph. 52; τὰ κ. τοῖς πάλαι τεκμαίρεται Id. OT 916; θυτῆρα καινῷ καινὸν ἐν πεπλώματι Id. Tr. 613; ἢ βούλεσθε περιιόντες πυνθάνεσθαι, "λέγεταί τι κ.;" D. 4.10; γένοιτʼ ἄν τι -ότερον ἤ . . ibid.; ἐκ καινῆς (sc. ἀρχῆς) anew, afresh, Th. 3.92, Thphr. CP 5.1.11, Jahresh. 23 Beibl. 91 (Pamphyl., i A. D.), etc. (also ἐκ καινοῦ CPR 244.14 (iii A. D.)); esp. of n
newly-made, κύλικες, τριήρης, ὀθόνια, οἶνος, SIG 1026.26 (Cos, iv/iii B. C.), IG 2(2).1623.289, PLond. 2.402v12 (ii B. C.), Ostr. 1142.4 (iii A. D.).
Adv. -νῶς newly, afresh, Alex. 240.4.
newly-invented, novel, καινότεραι τέχναι Batr. 116; κ. προσφέρειν σοφά E. Med. 298; ἔνθα τι κ. ἐλέχθη Philox. 3.23; οὐκ ἀείδω τὰ παλαιά, καινὰ γὰρ ἀμὰ κρείσσω Tim. Fr. 21; κ. θεοί strange gods, Pl. Euthphr. 3b; κ. δαιμόνια Id. Ap. 24c; κ. τινες σοφισταί Id. Euthd. 271b; κ. καὶ ἄτοπα ὀνόματα Id. R. 405d; καινὰ ἐπιμηχανᾶσθαι innovations, X. Cyr. 8.8.16; οὐδὲν -ότερον εἰσέφερε τῶν ἄλλων he introduced as little of anything new as others, Id. Mem. 1.1.3, cf. Pl. Phd. 115b; πεπόνθαμεν -ότατον D. 35.26
κ. ἄνθρωπος, = Lat. novus homo, Plu. Cat.Ma. 1; πράγματα κ., = res novae, Id. Cic. 14, cf. Apophth. Lac. 2.212c.