(καιρός II) in Hom. always of Place, in or at the right place, hence of parts of the body, καίριον a vital part, Il. 8.84, 326; ἐν καιρίῳ 4.185; ὁ αὐχήν ἐστι τῶν καιρίων X. Eq. 12.2, cf. 8 (Sup.); of wounds, mortal, καιρίῃ (sc. πληγῇ) τετύφθαι Hdt. 3.64; πέπληγμαι καιρίαν πληγήν A. Ag. 1343; καιρίας πληγῆς τυχεῖν ib. 1292, cf. X. Cyr. 5.4.5; καιρίας (v.l. -ίους) σφαγάς E. Ph. 1431; ἔχειν τὴν καταφορὰν κ. Plb. 2.33.3; but also, grave, serious, νουσήματα, τρώματα, Hp. Morb. 1.5: generally, καιριωτ
of Time, in season, timely, εὕρισκε ταῦτα καιριώτατα εἶναι Hdt. 1.125, cf. Emp. 111.6; χρὴ λέγειν τὰ κ. A. Th. 1, cf. Ch. 582; καίριοι συμφοραί ib. 1064; εἴ τι κ. λέγει S. Ant. 724; δρᾶν, φρονεῖν τὰ κ., Id. Aj. 120, El. 228 (lyr.); καίριος σπουδή Id. Ph. 637; -ωτέρα βουλή E. Heracl. 471; κ. ἐνθύμημα X. HG 4.5.4; τὸ ἀεὶ κ. Id. Cyr. 4.2.12, etc.; πρὸς τὸ κ., = καιρίως, S. Ph. 525; critical, αὐτὰ τὰ κ. ἔχων ἑκκαίδεκα (sc. ἔτη) AP 12.22 (Scyth.); agreeing with the subject, καιρίαν δʼ ἡμῖν ὁρῶ στείχο
lasting but for a season, AP 12.224 (Strato).
chief, principal, τὰ καιριώτατα τῶν κλημάτων Thphr. CP 3.15.4, cf. 6.4.2.
Adv. -ρίως in season, seasonably, κ. εἰρημένον A. Ag. 1372; σκοπεῖν E. Rh. 339: Comp. -ωτέρως X. Cyr. 4.5.49.
mortally, οὐτασμένος A. Ag. 1344, cf. Plb. 2.69.2.