κατα-πάσσω · kata-passō — LSJ
besprinkle, bespatter with, πάντα καταπάσω βουλευματίων Ar. Eq. 99: usu. c. dat. rei, ἀψινθίῳ κ. μέλι Men. l.c.; γῇ τὰς κεφαλὰς κ. LXX 2 Ma. 10.25: also abs., pour out, κ. χύδην Pherecr. 168:— Pass., καταπαττόμενος Ar. Nu. 262:—Med., κ. τὰς κεφαλὰς πηλῷ their own heads, v.l. in D.S. 1.72, 91.
c. acc. rei, sprinkle, strew over, ἄνθος χαλκοῦ Hp. Fist. 3; ἄλευρα Arist. HA 627b20; κατὰ τῆς τραπέζης κ. τέφραν Ar. Nu. 177:—Med., καταπασάμενος τῆς κεφαλῆς κόνιν on his own head, J. BJ 2.21.3 (v.l. καταμησάμενος) ; γῆν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς v.l. in LXX Jb. 1.20; τῶν στρωμάτων ῥόδα πολλὰ κατεπέπαστο Luc. Asin. 7.