λωβ-ητός · lōb-ētos — LSJ
despitefully treated, outraged, λωβητὸν ἔθηκε( = ἐλωβήσατο) Il. 24.531, cf. Hes. Sc. 366; κείνης ὁρῶν λωβητὸν εἶδος S. Tr. 1069; λωβητὸν αὐτὸν ἐκβαλεῖν Id. Aj. 1388; μόχθῳ λωβᾱτός Id. Ph. 1102 (lyr.).
Act., insulting, abusive, αἰσχρὰ καὶ λ. ἔπη ib. 607; λωβητὸν ἐμπόλημα baneful, Id. Tr. 538, cf. Tryph. 21 (v.l.).