λοχ-εῖος · loch-eios — LSJ
= λόχιος (q.v.), λοχείους ἡμέρας days of thanks for safe delivery, Plu. Isid. 2.377c; θυέτωσαν . . αἱ τὰ λ. ἐκπορευόμεναι καὶ ζωννύμεναι Milet. 1(7).204b9; λοχεῖα (sc. χωρία) λιποῦσα having left the place where she bore the child, E. IT 1241 (lyr.); cf. λοχαῖος: Subst. λοχεῖα, τά, = λοχεία I, Hp. Mul. 1.29, Ruf. ap. Orib. 5.3.16.
Λοχεία, ἡ, title of Artemis, = Λοχία, IG 9(2).141, 142 (Theb. Phthiot.), Orph. H. 36.3, etc.