1. μῆριγξ · mērinx — Beekes
μῆριγξ [7] - ἄκανθα γινομένη ἐν τοῖς ἐρίοις τῶν προβάτων ‘thorns which grow in the fleece of cattle’, ie. ‘bristles’? (H.).
“VAR σμῆριγξ: πόα, Kai εἶδος ἀκάνθης ‘grass, also a kind of thorn’; σμήριγγες: πλεκταί, σειραί, βόστρυχοι ‘braids, cords, curls of hair’. kai τῶν κυνῶν ἐν τοῖς μηροῖς μηρυκάζω 947 — [Beekes, s.v. μῆριγξ, p. 997] 2. μῆριγξ · mērinx — Chantraine
μῆριγξ : ἄκανθα γινομένη ἐν τοῖς ἐρίοις τῶν προδάτων (Hsch.). D'autre part σμῆριγξ * πόα καὶ εἶδος ἀκάνθης, σμήριγγες πλεκταί, σειραί, βόστρυχοι, καὶ τῶν κυνῶν ἐν τοῖς μηροῖς καὶ τοῖς αὐχέσιν ὀρθαὶ τρίχες (Hsch.), au sens de « poils, cheveux » (Lyc. 37, Poll. 2,22). Mots affectés d’un suffixe nasalisé et expressif. Frisk pense qu’il s’agit de deux termes différents (7), mais ils se seraient contaminés au moins dans … — [Chantraine, s.v. μῆριγξ, p. 714]
3. μῆριγξ · mērinx — Frisk
μῆριγξ ἄκανϑα γινομένη ἐν τοῖς ἐρίοις τῶν προβάτων H.; daneben σμῆριγξ' πόα, καὶ εἶδος ἀκάνϑης, σμήριγγες" πλεκταί, σειραί, βόστρυχοι. καὶ τῶν κυνῶν ἐν τοῖς μηροῖς καὶ τοῖς αὐχέσιν ὀρϑαὶ τρίχες H.; Bez. einer Haarbekleidung (Lyk. 37, Poll. 2, 22). — Im Sinn von ‘niexral, σειραί᾽ stimmt σμῆριγξ zu μήρινϑος (s.d.); die, wie esscheint, gewöhnlichere Bed. "Borste o.ä.’ liegt dagegen ziemlich weit davon ab. Es ist somit … — [Frisk, s.v. μῆριγξ, p. 1202]