μοχθ-έω · mochth-eō — LSJ
to be weary or worn with toil, to be sore distressed, ἀλλά μιν οἴω κήδεσι μοχθήσειν Il. 10.106; χείμωνι μόχθεντες (prob.) μεγάλῳ μάλα Alc. 18.5; ὄμβροις ἡλίου τε καύμασι S. OC 351; πόνοις E. Ion 135 (lyr.): abs., work hard, labour, κάματός ἐστι τοῖς αὐτοῖς μοχθεῖν καὶ ἄρχεσθαι Heraclit. 84, cf. E. Fr. 461, Ar. Pl. 556, Th. 2.39, etc.; χρημάτων ὕπερ E. Fr. 580.5; ἐπὶ χρηστοῖς (sc. τέκνοις) Id. Med. 1104 (anap.): c. acc. cogn., μ. μόχθους undergo hardships, Id. Hel. 1446; execute painful tasks, μ.
c. acc. objecti, τέκνα . . ἁμόχθησα the children over whom I toiled, E. HF 281; μ. πόδα σὸν θεραπεύμασιν, = θεραπεύειν, Id. Ph. 1549 (lyr.).—Cf. μόχθος.