latest, last, for the last time
latest, last, ν. γέννημα S. Ant. 627 (anap.); τὰν ν. ὁδὸν στείχουσαν, ν. δὲ φέγγος λεύσσουσαν ib. 807 (lyr.); τίς ἄρα νέατος . . λήξει; i.e. ὥστε νέατος γενέσθαι, Id. Aj. 1185 (lyr.): neut. νέατον as Adv., for the last time, E. Tr. 201 (lyr.).