ὀδύσσομαι · odyssomai — LSJ
to be wroth against, hate, c. dat. pers., τῷ μὲν ἔπειτʼ ὀδύσαντο θεοί Il. 6.138 ; esp. as the mythic origin of the name Ὀδυσσεύς, as hated by gods and men, τί νύ οἱ τόσον ὠδύσαο, Ζεῦ; Od. 1.62 ; τίπτε τοι ὧδε Ποσειδάων . . ὠδύσατʼ ἐκπάγλως ; 5.340 ; πολλοῖσιν γὰρ ἔγωγε ὀδυσσάμενος . . ἱκάνω . . · τῷ δʼ Ὀδυσεὺς ὄνομʼ ἔστω ἐπώνυμον 19.407-9, cf. S. Fr. 965 ; also Βριάρεῳ . . πατὴρ ὠδύσσατο θυμῷ Hes. Th. 617 : abs., ὀδυσσαμένοιο τεοῖο Il. 8.37 : later, c. acc., ὠδύσατο Ζῆνα Hom. Epigr. 6.8 ; τί .