besprinkle, defile, αἵματί τʼ ἐγκεφάλῳ τε παλαξέμεν . . οὖδας Od. 13.395:—mostly in Pass., παλάσσετο δʼ αἵματι θώρηξ Il. 5.100; αἵματι καὶ λύθρῳ πεπαλαγμένον Od. 22.402, cf. Call. Lav.Pall. 7; πεπάλακτο πόδας καὶ χεῖρας ὕπερθεν Od. 22.406; αἰδοῖα γονῇ πεπαλαγμένος Hes. Op. 733; νιφετῷ π. ὕδωρ Q.S. 12.410:—in Med., παλάσσετο χεῖρας he bespattered his hands, Il. 11.169.
Pass., to be scattered abroad, ἐγκέφαλος πεπάλακτο ib. 98, 12.186.
Ἀσωπὸς . . πεπάλακτο κεραυνῷ was smitten, for ἐπέπληκτο, Call. Del. 78.
in pf. Med., shake, i.e. draw lots from an urn, κλήρῳ νῦν πεπάλαχθε διαμπερές determine your fate by lot, Il. 7.171; τοὺς ἄλλους κλήρῳ πεπαλάχθαι ἄνωγον Od. 9.331; πεπάλαχθε κατὰ κληῗδας ἐρετμά A.R. 1.358.—Aristarch. read πεπάλασθε, πεπαλάσθαι in Hom. (cf. πάλλω).