πάρειμι · pareimi — LSJ
to be by or present, ὑμεῖς θεαί ἐστε πάρεστέ τε ἴστε τε πάντα Il. 2.485, etc. : in tmesi, πὰρ δʼ ἄρʼ ἔην καὶ ἀοιδός Od. 3.267 ; πάρα used for πάρεστι and πάρεισι, Il. 20.98, 23.479, etc. : freq. in part., ποίπνυον παρεόντε 24.475 ; σημάντορος οὐ π. 15.325, etc. ; ἀπεόντα νόῳ παρεόντα Parm. 2.1, cf. Heraclit. 34.
to be by or near one, c. dat., Od. 5.105; μήλοισι 4.640; π. τινὶ παροινοῦντι Antipho 4.1.7 ; π. παρά τινι S. Ph. 1056; π. τινί to be his guest, Ar. Av. 131.
to be present in or at, μάχῃ Od. 4.497 ; ἐν δαίτῃσι Il. 10.217 ; δόμοις π. E. Hipp. 805 ; τοῖς πράγμασιν D. 1.2, etc.; ἐν λόγῳ Ar. Ach. 513 ; ἐν ταῖς συνουσίαις Pl. Prt. 335b ; ἐπὶ τοῖς ἀγῶσι D. 24.159.
to be present so as to help, stand by, τινι Il. 18.472, Od. 13.393, A. Pers. 235 ; πλησίον παρῆσθα κινδύνων ἐμοί E. Or. 1159, etc.; esp. of one accused, οἱ νῦν παρόντες αὐτῷ καὶ συνδικοῦντες D. 34.12, cf. 24.159 : Medic., of nurses, assistants, etc., Hp. Aph. 1.1, Herod.Med. ap. Orib. 10.37.11.
παρεῖναι εἰς . . to have arrived at, ἐς κοῖτον Hdt. 1.9; ἐς τὸν Ἰσθμὸν π. τινί Id. 8.60.γʹ ; ἐς τὴν Λακεδαίμονα Th. 6.88 ; εἰς τὴν ἐξέτασιν X. An. 7.1.11 ; Ὀλυμπίαζε Th. 3.8 : c. acc. loci, πάρεισι . . Αἰτναῖον πάγον E. Cyc. 95, cf. 106, Ba. 5 ; π. τινὶ ἐπὶ δεῖπνον Hdt. 1.118, cf. Ar. Av. 131 ; π. ἐπὶ τὸ στράτευμα X. An. 7.1.35 ; π. πρὸς τὴν κρίσιν ib. 6.6.26 ; πρός τινα Id. Cyr. 2.4.21 ; also π. ἐνταυθοῖ Pl. Ap. 33d ; v. πάρειμι (εἶμι) IV. 2.
π. ἐκ . . to have come from . . , ἐκ ταύτης [τῆς πόλιος] π. ἐς τὴν Ἀσίην Hdt. 6.24; τοὐκ θεοῦ παρόν S. OC 1540; Φίλιππος ἐκ Θρᾴκης π. Aeschin. 2.101; Θείβαθεν αὐληταὶ πάρα Ar. Ach. 862.
of things, to be by, i.e. ready or at hand, τά τε δμώεσσι πάρεστι Od. 14.80, etc.; πάρα ἔργα βόεσσιν Hes. Op. 454; οὐ γάρ οἱ πάρα νῆες Od. 4.559 ; εἴ μοι δύναμίς γε παρείη if power were at my command, 2.62 ; ὅση δύναμίς γε πάρεστι 23.128 ; ὅ τι πάρεστι Men. 62; τὰ παρεόντα what is ready, χαριζομένη παρεόντων Od. 1.140; ἡ τοῦ πλέονος ἐπιθυμίη τὸ παρεὸν ἀπόλλυσι Democr. 224, cf. 191; ἐκ τῶν παρεουσέων αὐγέων the best light available, Hp. Off. 3; ἐκ τῶν παρεόντων τὸ εὔπορον εὑρίσκειν Id. Art. 78; ε
impers., πάρεστί μοι it depends on me, is in my power to do, c. inf., τοιαῦθʼ ἑλέσθαι σοι πάρεστιν ἐξ ἐμοῦ A. Eu. 867, cf. S. Ph. 364, etc. : also impf. παρῆν Hdt. 8.20, 9.70 : without dat., παρῆν . . κλύειν A. Pers. 401; πάρεστι χαίρειν Ar. Pl. 638; ὁρᾶν πάρεστιν Democr. 164, cf. And. 2.2, etc.
part. παρόν, Ion. παρεόν, it being possible or easy, since it is allowed, παρεὸν αὐτῷ βασιλέα γενέσθαι Hdt. 1.129, cf. 6.72, S. Ph. 1098 (lyr.), Fr. 564.3, Th. 4.19.
part. masc. παρών is freq. in Trag., at the end of a verse, to give vividness, ἄνδρʼ ἐνουθέτει παρών to his face, S. Aj. 1156; τοὺς θανόντας οὐκ ἐᾶς θάπτειν π. you come here and forbid . . , ib. 1131, cf. 338, El. 300, Tr. 422; dub. in Com., Ar. Fr. 657.