sea breaking on the beach, surf (v. ῥήγνυμι B. 1), ἄκρον ἐπὶ ῥηγμῖνος ἁλὸς . . θέεσκον Il. 20.229; κώπῃσιν ἁλὸς ῥηγμῖνα βαθεῖαν τύπτετε, of the broken sea between Scylla and Charybdis, Od. 12.214; with the Prep. ἐπί, it may be rendered at the seaʼs edge, ἐκ . . βαῖνον ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης Il. 1.437, cf. Od. 9.150; κοιμήθημεν ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης ib. 169, cf. Pi. N. 5.13; ἄκραις ἐπὶ ῥηγμῖσιν ἀξένου πόρου E. IT 253; also λαοὶ δὲ παρὰ ῥ. θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο Il. 2.773, cf. Od. 4.449; ὅταν κυ
metaph., ῥ. βίοιο verge of life, i.e. death, Emp. 20.5; ὥσπερ ῥηγμῖνα οὖσαν ἀέρος τὴν νεφέλην Arist. Mete. 367b19.
τὰ ἀπορπύματα (fort. ἀπορρήγματα) τῆς πέτρας, Hsch.