1. τᾰκερός · takeros
melting in the mouth, tender, ἀκροκώλια Ar. Fr. 4, Hp. Mul. 2.169; σχελίδες τακερώταται Pherecr. 108.13; τακεροὺς ποιῆσαι τοὺς ἐρεβίνθους Id. 84, cf. Hp. Aff. 56, Gal. 6.498, al.; τακερὰ μηκάδων μέλη Antiph. 1.4; τ. ποιεῖν τὰ κρέα Dionys.Com. 3.7; τ. πόδες as food for invalids, Herod.Med. in Rh.Mus. 58.95,98, 100.
metaph., melting, languishing, Ἔρως Anacr. 169; τακέρʼ ὄμμασι δερκόμενος Ibyc. 2; ὡς τακερὸν . . καὶ μαλακὸν τὸ βλέμμʼ ἔχει Philetaer. 5; τακεραῖς λεύσσουσα κόραις AP 9.567 (Antip.); τακερὸν βλέπεις βλέμμα Alciphr. 1.28; τ. τι ἐν τοῖς ὄμμασιν πάθος ἀνυγραίνων Luc. Am. 14. Adv. -ρῶς meltingly, of the nightingaleʼs song, ἑλίττειν τὸ μέλος Ael. NA 5.38.
Act., serving to dissolve, soft, ὕδατα ἕψειν ἄριστα καὶ -ώτατα Hp. Aër. 7.