do hard work, endure hardship or distress, E. Or. 672, Th. 1.99, 5.74; ὑπὸ χειμῶνος Id. 2.101; ἑωυτοῖσι for their own benefit, Hp. Aër. 16; ἐθέλουσα ταλαιπωρεῖν Antipho 5.93; τῷ σώματι ἀδύνατος ταλαιπωρεῖν Lys. 31.12; λυποῦνται καὶ συνεχῶς ταλαιπωροῦσι D. 2.16: c. dat., suffer by reason of, ἐλπίσι κεναῖς Polystr. p.31 W.
rarely trans., distress, trouble, ὁ πόλεμος πάντας τρόπους τεταλαιπώρηκεν ἡμᾶς Isoc. 8.19, cf. D.C. 38.20; ἀνδρὸς . . ὑμᾶς μηδʼ ὅσον προπέμψαι ποι αὐτὸν ἀπιόντα . . -ήσαντος who did not trouble you even to . . , Id. 56.41:—freq. in Pass., to be distressed, suffer hardship, Hp. Aër. 19, Th. 3.78 (s.v.l.), Pl. Phd. 95d, R. 372d; ἐν τοῖς ἀγροῖς . . ταλαιπωρουμένους Ar. Pl. 224; ἵνα μὴ ταλαιπωροῖτο μηδʼ ἄχθος φέροι Id. Ra. 24, cf. V. 967; τεταλαιπωρημένοι ὑπὸ τῆς νόσου worn out by . . , Th. 3.3; τῷ