1. θάλλω · thallō
sprout, grow, thrive, esp. of fruit-trees, ἐρινεὸς . . φύλλοισι τεθηλώς Od. 12.103; τεθήλει δὲ σταφυλῇσι, of a vine, 5.69; ἄνθεσι γαῖα θάλλει h.Cer. l.c.; < δένδρεα> τέθηλε καρπῶν ἀφθονίῃσι Emp. 77; ὦ χρυσέᾳ κόμᾳ θάλλων Λοξία Pi. I. 7(6).49; πώγωνι θάλλων S. Ichn. 358: abs., καρπὸν τρὶς ἔτεος θάλλοντα Hes. Op. 173; θάλλει κατʼ ἦμαρ αἰεὶ νάρκισσος S. OC 681 (lyr.), etc.: freq. in pf. part., as Adj., luxuriant, τεθαλυῖά τʼ ὀπώρη Od. 11.192; τεθαλυῖά τʼ ἀλωή 6.293: also, c. acc. cogn., οὐ δένδρεʼ ἔ
of other natural objects, τεθαλυῖά τʼ ἐέρση copious dew, Od. 13.245; ῥάχιν τεθαλυῖαν ἀλοιφῇ rich with fat, Il. 9.208, cf. Od. 13.410; εἰλαπίνῃ τεθαλυίῃ at a sumptuous feast, 11.415.
of persons, states or conditions, bloom, θ. ἁπαλὸν χρόα Archil. 100; thrive, flourish, Εἰρήνη τεθαλυῖα Hes. Th. 902; θάλλοισα εὐδαιμονία, ἀρετά, Pi. P. 7.19, I. 5(4).17; πατρὸς θάλλοντος S. Ant. 703, cf. Ph. 420, etc.; ζῶν καὶ θάλλων alive and prosperous, Id. Tr. 235; ζῇ καὶ θάλλει [ἡ παίδευσις] Antipho Soph. 60; θάλε πόθος h.Hom. 19.33; Ἔρως ἐπὶ Χαλκιδέων θάλλει πόλεσιν Carm.Pop. 44; Ἔρως τότε μὲν θ. τε καὶ ζῇ, ὅταν εὐπορήσῃ, τότε δὲ ἀποθνῄσκει Pl. Smp. 203e; θ. καὶ εὐδαιμονεῖ χώρα καὶ πόλις Id
of disease and the like, in bad sense, to be fresh, active, ἡ δʼ ἐμὴ νόσος ἀεὶ τέθηλε S. Ph. 259; πήματα . . ἀεὶ θάλλοντα μᾶλλον ἢ καταφθίνοντα waxing, Id. El. 260; ἔρις θάλλει E. Ph. 812 (lyr.): c. dat., ἀφροσύναις θάλλουσʼ Ὕβρις B. 14.58.
τοῖσι αὐτοῖσιν ὅ τε σπλὴν θάλλει καὶ τὸ σῶμα φθίνει the spleen becomes swollen, Hp. Loc.Hom. 24; also τεθηλός (in neutral sense) of the liver, Id. VM 22.