enchant, bewitch, [Ἑρμῆς] ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει Od. 5.47, al.; τὸν . . Ποσειδάων ἐδάμασσε θέλξας ὄσσε φαεινά Il. 13.435; [Κίρκη] οὐδʼ ὣς θέλξαι σε δυνήσεται Od. 10.291, cf. 326 (Pass.); [Σειρῆνες] πάντας ἀνθρώπους θέλγουσιν, ὅτις σφέας εἰσαφίκηται 12.40; [θύελλα] θέλγε νόον spell-bound their senses, Il. 12.255.
cheat, cozen, Od. 16.195, 298, S. Tr. 710: c. dat. modi, μήτε τί μοι ψεύδεσσι χαρίζεο μήτε τι θέλγε Od. 14.387; μαλακοῖσι καὶ αἱμυλίοισι λόγοισι 1.57; ψεύδεσσι, δόλῳ, Il. 21.276, 604; ἔπεσσιν Od. 3.264.
metaph., charm, beguile, 17.521; οἱ ἐλπὶς ἔθελγε νόον h.Cer. 37, cf. Pi. P. 1.12, D.Chr. 45.5; καί μʼ οὔτι μελιγλώσσοις πειθοῦς ἐπαοιδαῖσιν θέλξει A. Pr. 174: σὺ δὲ θέλγοις ἂν ἄθελκτον Id. Supp. 1055; θέλγει ἔρως E. Hipp. 1274 (lyr.); ᾠδῆς . . , ἣν ᾄδει θέλγων . . νόημα Pl. Smp. 197e:—Pass., μήθʼ ὕπνῳ θελχθῇς E. IA 142 (lyr.); τὰ δʼ οὔτι θέλγεται A. Ch. 420 (lyr.); ἔρῳ δʼ ἄρα θυμὸν ἔθελχθεν Od. 18.212; Μούσαισιν . . τὴν φρένα θελγομένη (which may be Med.) IG 14.1960.
c. inf., ἵμερος θέλξει τὸ μὴ κτεῖναι will persuade her not to kill, A. Pr. 865; ἔρως δέ νιν . . θέλξειεν αἰχμάσαι τάδε S. Tr. 355; ἕπεσθαι θ. Ael. NA 10.14.
produce by spells, ἀοιδαὶ θέλξαν νιν (sc. εὐφροσύναν) Pi. N. 4.3; [Γαλήνη] θ. ἀνηνεμίην AP 9.544 (Adaeus). (Perh. cf. Lith. žuelgiù ‘look’, ‘glance’.)