τον-όω · ton-oō — LSJ
brace up, τὰ σώματα καὶ τὰς ψυχάς Ti.Locr. 103d, cf. Plu. QConv. 2.647c, Agathin. ap. Orib. 10.7.7, Sor. 1.47, al., Gal. 6.411; Ῥωμαίους ἐτόνωσεν αἰδὼς δόξης J. BJ 5.11.6:—Pass., ἡ δεξιὰ τετόνωται ib. 1.26.2; [οὐσίαι] ἐπὶ τὸ οἰκεῖον τῇ φύσει αὐτῶν παραγίνονται σχῆμα τετονωμέναι Stoic. 2.149 (cf. τόνος II 4); τοῦ ἀναπνεομένου ἀέρος . . ὑφ οὗ τονοῦται τὸ τῆς ψυχῆς εἶδος Nicom. ap. Theol.Ar. 48.
place the accent on a word or syllable, accentuate it, Sch. Il. 12.137; περὶ τῶν διαφόρως τονουμένων, title of work by Phlp. (ed. Egenolff, Vratisl. 1880).