ὑπ-ερείδω · hyp-ereidō — LSJ
put under as a support, λάβρον ὑπερεῖσαι λίθον Pi. N. 8.47; τὸν ἀέρα ὑ. (sc. τῇ γῇ) Pl. Phd. 99b; ὑπερείδουσιν ἐσωτάτω τὸ σκέλος Gal. 18(1).591:—Pass., τοῖς τετράποσι πρὸς τὸ βάρος σκέλη ἐμπρόσθια ὑπερήρεισται Arist. l.c., cf. IA 710b30, J. AJ 8.3.5.
lean upon, οἰκίαν LXX Jb. 8.15.
lift, carry, τινα Iamb. VP 3.17.
under-prop, support, τὴν ὀροφήν Plu. Rom. 28; προβλήματα διὰ παραδειγμάτων Id. Marc. 14; τοὺς νεανίας Com.Adesp. 1302: abs., τὰ -ερείδοντα [σώματα] Epicur. Ep. 1p.7U.:—Pass., Str. l.c.