ὑποδέχομαι · hypodechomai — LSJ
receive into oneʼs house, welcome, ὁ δέ με (sc. Φοίνικα) πρόφρων ὑπέδεκτο Il. 9.480; χαῖρε δʼ Ὀδυσσεὺς ὅττι μιν ὣς ὑπέδεκτο Od. 14.52; τὸν δʼ οὐχ ὑποδέξομαι αὖτις Il. 18.59, Od. 19.257; ξεῖνον . . ὑποδέξομαι οἴκῳ 16.70; Θέτις δʼ ὑπεδέξατο κόλπῳ Il. 6.136, cf. 18.398; Διὸς πλαστὴν ὑπέδεκτο γυναῖκα Hes. l.c.; οἰκίοισι ὑ. τινά Hdt. 1.41; ὑπέδεκτο ξεῖνον ὀχέων received the stranger [as he lighted] from his chariot, Pi. l.c.; ὁ ὑποδεξάμενος the man who had received him, Isoc. 9.20; ἱκέτας ὑ. E. Herac
entertain to a meal, θύων Διὶ Κτησίῳ κἀκεῖνον ὑποδεχόμενος Antipho 1.18, cf. IG 4.679.15 (Hermione, iii/ii B. C.); ἵνα ἔχῃ ἡ στρατιὰ τὰ ἐπιτήδεια (πολλὴ γὰρ οὖσα οὐ πάσης ἔσται πόλεως ὑποδέξασθαι) Th. 6.22; ὁ ὑποδεχόμενος the host (at a dinner party), Epict. Fr. 17; τὸ πλῆθος λαμπρῶς ὑπεδέξατο D.S. 17.115, cf. Plu. Alex. 23.
give ear to, hearken to, εὐχάς Hes. Th. 419; τοὺς λόγους Hdt. 8.106; ὑ. διαβολάς give ear to accusations, Lys. 25.11 codd. (leg. ἀπο-).
admit, allow a thing with which one is taxed, Hdt. 4.167; οὐκ ὑ. refuse to admit, deny, Id. 3.130, 6.69.
take up a burden, ἡ γυνὴ ὑποδεξαμένη φέρει τὸ φορτίον τοῦτο X. Mem. 2.2.5; of ships, take on board, τὰ εἴδη POxy. 1412.10 (iii A. D.); of dolphins, Luc. DMar. 8.1.
bear patiently, βίας ὑποδέγμενος ἀνδρῶν Od. 13.310, 16.189; submit to, τὰς κατὰ νόμους παραγγελίας POxy. 67.11 (iv A. D.); μέτρον, i.e. accept it as correct, ib. 157.5 (vi A. D.); τροφὴ θλίβουσα πᾶν τὸ δοκοῦν αὐτὴν ὑποδέχεσθαι Sor. 1.115.
undertake, promise, αἴδεσθεν μὲν ἀνήνασθαι, δεῖσαν δʼ ὑποδέχθαι Il. 7.93, cf. Hdt. 9.21, 22; ὁ δέ οἱ πρόφρων ὑπέδεκτο (sc. δώσειν) Od. 2.387; ὑποδέκομαι (sc. ἐνιαυτοῦ ἀποθυσεῖν τὰ ἴατρα) IG 42(1).121.46 (Epid., iv B. C.); c. inf. fut., h.Cer. 443, Hdt. 3.69, 4.119, 133, 6.11, 7.158, 8.29, 102, Th. 2.29 (inf. aor. is v.l. for fut. in Hdt. 1.24, 6.2); c. inf. pres., Antipho 3.3.6 (s. v. l.); ὑ. τινὶ ἦ μὴν . . c. inf. fut., Th. 8.81; Κορίνθιοι ὑπεδέξαντο τὴν τιμωρίαν undertook to champion their cau
accept as a responsibility, take in charge, as a nurse, h.Cer. 226; of officials, shippers, farm bailiffs, etc., take over, receive as agent (cf. ὑποδέκτης) , τοὺς νεολέκτους . . ὑποδεξάμενοι κατὰ διαδοχὴν . . παραπέμψατε Wilcken Chr. 469.5 (iv A. D.); καταπιστεῦσαι Αὐρηλίῳ Πέτρῳ . . σιτομέτρῃ . . ὑποδέξασθαι τὸν δημόσιον σῖτον Sammelb. 5273.4 (v A. D.), cf. Wilcken Chr. 434.12 (iv A. D.), PLips. 34v. 7, 58.9, al. (iv A. D.), POxy. 1899.16, 1982.17 (v A. D.), Cod.Just. 1.5.18.11; τὴν ὑποδοχὴν πᾶ
receive in succession, take up, μέλος A. Supp. 1022 (lyr.); περαιωθέντας . . λειμὼν ὑποδέχεται Luc. Luct. 5, cf. VH 2.44; τὴν εἰς τὸ στόμα φορὰν τῶν περιττωμάτων ὑποδέχεται στόμαχος Gal. 6.421, cf. 432, 18(2).163,176,218; ὁ ὑποδεξάμενος the receiver of stolen goods, Cat.Cod.Astr. 1.96.
intr., of a place, come next, τὸ πρὸς τὴν ἠῶ θάλασσα ὑποδέκεται καὶ τενάγεα Hdt. 7.176; of rank, come next in order, ὅταν πλείονες συνδειπνῶσι, . . μέσος ὁ κράτιστος (sc. κάθηται), ὁ δʼ ὑποδεχόμενος παρʼ αὐτόν Posidon. 15J.
intercept, ὁ μὲν . . ἐπόρουσεν, ὁ δʼ ἐμμαπέως ὑπέδεκτο Hes. Sc. 442; ἐν δυσχωρίᾳ [τοὺς πολεμίους] X. Cyr. 1.6.35; of hunters, intercept beaten-up game, ib. 2.4.20; catch, τὸ πήδημα τῆς σφαίρας Poll. 9.105; ὑπτίαις ταῖς χερσὶ [τὸ μῆλον] Philostr. Im. 1.6; τὸ ἐνθεῦτέν μιν οἱ ἐχθροὶ ὑποδεξάμενοι καὶ ὑπὸ δικαστήριον ἀγαγόντες Hdt. 6.104; catch as in a trap, στυγερὸς δʼ ὑπεδέξατο κοῖτος a hateful resting-place receives (entraps) them, Od. 22.470; ἔτι γάρ νύ με πῆμʼ ὑπέδεκτο still more sorrow was in s
catch, collect a liquid, παιδίον θεασάμενος, ἐπειδὴ κατέαξε τὸ σκεῦος, τῷ κοίλῳ τοῦ ψωμίου τὴν φακῆν ὑποδεχόμενον D.L. 6.37; of channels, receive, τὸ στόμα τῶν μητρέων οὐχ ὑποδέχεται τὸν γόνον Hp. Aër. 31; τὴν ἐσομένην τῶν ὑδάτων εἴσροιαν POxy. 1409.19 (iii A. D.); κατεφίλει καὶ ὑπεδέχετο τὰ δάκρυα X.Eph. 1.9; ποταμὸς πάσας ὑποδεχόμενος τὰς ἀνθρωπείας λύμας Plb. 5.59.11, cf. Gp. 12.2.4, al.; ἀγγεῖον τὸ μέλλον ὑποδέξεσθαι τὸ ὕδωρ v.l. in Hero Spir. 1.24, cf. 30.