shave or plane timber, ξέσσε δʼ ἐπισταμένως καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνεν Od. 5.245, cf. 17.341, 21.44; οἱ ξέοντες Pl. Thg. 124b.
carve wood, shape by carving, λέχος ἔξεον, ὄφρʼ ἐτέλεσσα Od. 23.199 ; τίς νιν ξέσε; Σκόπας Simon. l.c.:—Pass., Hld. l.c.
whittle, pare, in grafting, Gp. 4.12.14.
scrape smooth, polish, τοὺς ὄνυχας Philostr. VS 2.5.2 ; τὸ βλέφαρον ξέσομεν διὰ κισήρεως Paul.Aeg. l.c. ; τὸ ὀστοῦν Id. 6.2 ; στήμων ἐξεσμένος smoothed thread, Ar. l.c.
roughen by scraping, προτετραχυμμένης <καὶ οἷον> ἐξεσμένης τῆς ὑστέρας Sor. 1.36 ; irritate, ἔντερα Aret. SD 2.9.
= ξαίνω, flog, τοὺς ἐν δικαστηρίῳ ξεσθέντας καὶ ξύλοις τυφθέντας Orib. Fr. 90 ; τοὺς ἐν δικαστηρίῳ μαστιγωθέντας καὶ ξεσθέντας Aët. 15.37.