prop. of animal life, live, Hom. (v. infr.), etc.; also of plants, τὸ ζῆν κοινὸν εἶναι φαίνεται καὶ τοῖς φυτοῖς Arist. EN 1097b33; ἐλέγχιστε ζωόντων vilest of living men, Od. 10.72; ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο Il. 24.558; ζῶντος καὶ ἐπὶ χθονὶ δερκομένοιο 1.88, cf. Od. 16.439; ζῶν καὶ βλέπων A. Ag. 677; ζώει τε καὶ ἔστιν Od. 24.263; ζώντων καὶ ὄντων D. 18.72; τοῦ εἶναί τε καὶ ζῆν ἕνεκα Pl. R. 369d; ζῶσα πόλις καὶ ἐγρηγορυῖα Id. Lg. 809d; ζῶν καὶ ἔμψυχος Id. Phdr. 276a; ῥεῖα ζώοντες living at ease
= βιόω, live, pass oneʼs life, c. acc. cogn., ζώεις δʼ ἀγαθὸν βίον Od. 15.491; ζ. βίον μοχθηρόν S. El. 599, cf. E. Med. 249, Ar. V. 506, etc.; ζόην τὴν αὐτήν Hdt. 4.112, cf. Pl. R. 344e; τὸν βίον ἀσφαλῶς Philem. 213.5; ἥδιστον ἀνθρώπων βίον S. Fr. 583.4; νυμφίων βίον Ar. Av. 161; also ζ. ἀβλαβεῖ βίῳ S. El. 650, cf. Tr. 168; εὖ ζῆν Id. Ph. 505; κακῶς Id. OC 799; ζ. δοῦλος Id. OT 410; ἐκ τῶν ἄλλων ὧν ἔζης from the other acts of your life, D. 21.134; ποιεῖσθαι φθόνον ἐξ ὧν ζῇς ib. 196.
aor. 1 ἔζησα, causal, quicken, ἐν τῇ ὁδῷ σου ζῆσόν με LXX Ps. 118(119).37, al.
live in the fullest sense, διʼ ὧν ζῆν ἐπιστάμεθα X. Mem. 3.3.11, etc.; βιοὺς μὲν ἔτη τόσα, ζήσας δὲ ἔτη ἑπτά D.C. 69.19; in religious or mystical sense, Ep.Rom. 7.9, al., cf. Ramsay Cities and Bishoprics 2p.565 (Phryg.); θεὸς ζῶν LXX De. 5.26(23), etc.: freq. metaph. of things, to be in full vigour, ὄλβος ζώει μάσσων Pi. I. 3.5; ἄτης θύελλαι ζῶσι A. Ag. 819; ζῶντι χρώμενος ποδί S. Fr. 790; [μαντεῖα] αἰεὶ ζῶντα περιποτᾶται Id. OT 482; ἀεὶ ζῇ ταῦτα [νόμιμα] Id. Ant. 457; τὰς ξυμφορὰς τῶν βουλευμάτ