take, save alive, take captive instead of killing, ζώγρει, Ἀτρέος υἱέ, σὺ δʼ ἄξια δέξαι ἄποινα Il. 6.46, cf. 10.378, Hdt. 1.86, etc.; εἷλε . . καὶ ἐζώγρησε Id. 3.52; τοὺς μὲν ἀπέκτειναν, τινὰς δὲ καὶ ἐζώγρησαν Th. 2.92; πλὴν ὅσον ἐκ τριῶν νεῶν οὓς ἐζώγρησαν Id. 7.23; πλὴν μηδαμῇ μηδαμῶς ζωγροῦντας provided that they do not spare him alive, Pl. Lg. 868c; opp. διαφθείρειν, ἀποκτεῖναι, Plb. 3.84.10, LXX Nu. 31.18: metaph., ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν Ev.Luc. 5.10; of ships, ἃς ἐζώγρησεν αὐτάνδρους Charito
restore to life and strength, revive, περὶ δὲ πνοιὴ Βορέαο ζώγρει ἐπιπνείουσα Il. 5.698 (quoted by Aret. CA 2.3); preserve alive, ζώγρει, δέσποτʼ ἄναξ, τὸν σὸν ναετῆρα Epigr.Gr. 841.7 (Thrace, ii A.D.).