unseemly, shameful, ἀεικέα λοιγὸν ἀμύνειν Il. 1.456, al.; ἀεικέα [εἵματα] ἕσσαι Od. 24.250; δεσμός A. Pr. 97, cf. 525; ἀεικεῖ σὺν στολᾷ S. El. 191 (lyr.); -έστερα ἔπεα Hdt. 7.13; οὐδὲν ἀ. παρέχεσθαι cause no inconvenience, Id. 3.24; ἀεικέα μισθόν (v.l. ἀνεικέα, q.v.) meagre, Il. 12.435; so οὐ . . ἀεικέα . . ἄποινα 24.594. Adv. ἀεικῶς Hsch.; Ion. -έως Simon. 13; ἀεικές as Adv., Od. 17.216.
οὐδὲν ἀεικές ἐστι, c. inf., it is nothing strange that . . , Hdt. 3.33, 6.98, A. Pr. 1042.
injurious, deadly, ἰός Opp. H. 2.422.