1. ἀγρηνόν · agrēnon — Beekes
ἀγρηνόν [n.] - «ἔνδυμα» δικτυοειδὲς ὃ περιτίθενται of βακχεύοντες Διονύσῳ. Ἐρατοσθένης δὲ αὐτὸ καλεῖ [γρῆνυν] ἢ γῆνον ‘garment like a net which those possessed by Dionysus put on. Eratosthenes calls it a γ᾽ (H.). «ἢ» *VAR ἀγρηνα' δίκτυα καὶ ἔνδυμα ‘nets and clothing’ (H.); cf. ἀγρηνὸν ποικίλον ἐρεοῦν δικτυοειδὲς καὶ ἔνδυμα δὲ ποιόν (EM 14, 2). *ETYM Does the word have ἃ prothetic vowel? Cf. also γρήνιη: ἄνθη … — [Beekes, s.v. ἀγρηνόν, p. 63]