αἰγλήεις · aiglēeis — LSJ
dazzling, radiant, in Hom. always αἰγλήεντος Ὀλύμπου Il. 1.532, Od. 20.103; Κλάρος αἰγλήεσσα h.Ap. 40; πῶλοι αἰ. h.Hom. 32.9: neut. as Adv., αἰγλῆεν στίλβουσι ib. 31.11:—Dor. αἰγλάεις, contr. αἰγλᾶς, κῶας αἰγλᾶεν . . θυσάνῳ Pi. P. 4.231; αἰγλᾶντα κόσμον ib. 2.10; αἰγλᾶντα σώματα E. Andr. 285 (lyr.).