χωρ-ίζω · chōr-izō — LSJ
in local sense, separate, divide, χ. ἀλλήλων λόχους E. Ph. 108; exclude, τὴν πτέρνην Hp. Fract. 11, etc.: τί τινος, freq. in Pl., χ. τὴν ψυχὴν τοῦ σώματος R. 609d, cf. Phlb. 55e; ἀπὸ τοῦ σώματος τὴν ψ. Phd. 67c, cf. Plt. 268c, etc.; πάντα κατὰ φυλάς X. Oec. 9.8; with inf. added, [τὴν τάξιν] ἐπὶ τῷ μέσῳ ἐχώρισεν ἕπεσθαι Id. An. 6.5.11; οἱ χωρίζοντες the Separators, a name given to those Grammarians (Xenon and Hellanicus acc. to Procl. Chr. p.102 Allen) who ascribed the Iliad and Odyssey to differ
separate in thought, distinguish, ἡδύ τε καὶ δίκαιον Pl. Lg. 663a; ἀπὸ τῶν ὠφελίμων τὰ καθʼ αὑτά Arist. EN 1096b14; χ. καὶ διασπᾶν Id. PA 642b18; esp. in Logic, τὸν ἴδιον τῆς οὐσίας ἑκάστου λόγον ταῖς . . οἰκείαις διαφοραῖς χ. Id. Top. 108b6, cf. 132a13:— Pass., to be different, κεχωρίδαται πολλὸν τῶν . . ἄλλων ἀνθρώπων Hdt. 1.140: less freq. c. dat., κεχώρισται οὗτος ὁ χειμών . . τοῖσι ἐν ἄλλοισι χωρίοισι γινομένοισι χειμῶσι Id. 4.28; ἀπʼ ἀλλήλων Isoc. 14.49; νόμοι κεχωρισμένοι τῶν ἄλλων ἀνθρώπ
Pass., κεχωρισμένη ἀπὸ τοῦ ἀνδρός divorced, Plb. 31.26.6; θᾶσσον . . οἰστοῦ . . χωρίζεται, of a wife, E. Fr. 1063.13.
later in Pass., depart, go away, Plb. 3.94.9, D.S. 19.65, Heraclit. Incred. 8; ἐκ θρόνων Ezek. Exag. 76.