δᾰπᾰν-άω · dapan-aō — LSJ
spend, Th. 7.29, etc.; ὑπὲρ τὴν οὐσίαν δ. Diph. 32.7; δ. τὰ προσταττόμενα And. 4.42; δ. εἴς τι to spend upon a thing, Th. 8.45, X. Mem. 1.3.11, prob. in Arist. Pol. 1307b34; δ. ἐκ τῶν αὑτοῦ Is. 7.38; τἀναλώματα πάντα ἐκ τῶν ἰδίων ἐδαπανῶμεν defrayed all expenses, interpol. in D. 21.154:—Pass., Hdt. 2.125; τὰ λαμβανόμενα καὶ δαπανώμενα Arist. Pol. 1314b5: also Med. (v. supr.), spend, Hdt. 2.37; δ. μεγάλα And. 4.32, cf. Lys. 33.5: c. acc. cogn., τοσαύτας δαπάνας δαπανώμενος Id. 21.3; ὅσα δεδαπάνησ
consume, use up, ἡ φύσις δ. τὸν θορόν Arist. GA 757a25; χρόνον εἴς τι Onos. 1.5:—Pass., Arist. GA 745a13; of time, App. Pun. 130; destroy, consume, φλὸξ δ. πάντα Ph. 2.208; ἄνεμος [πόλιν] ἐδαπάνησεν App. BC 1.94; of persons, to be destroyed, ὑπὸ θηρίων Ph. 2.43; καθάπερ ὑπὸ πυρός ib. 433; πρὸς θηρίων App. BC 5.79; ἐν ταρτάροις καὶ βαράθροις δαπανωμένους D.H. 4.81; ὑπὸ νόσου or νόσῳ δαπανᾶσθαι Plu. Galb. 17, Lib. Or. 55.27:—Med., πυρὶ καὶ φόνῳ καὶ σιδήρῳ πάντα δαπανήσασθαι Eun. l.c.
causal, τὴν πόλιν δαπανᾶν to put it to expense, exhaust it, Th. 4.3, cf. Ph. 2.642.