divide among themselves, ὅτε κεν δατεώμεθα ληΐδʼ Ἀχαιοί Il. 9.138; τὰ μὲν εὖ δάσσαντο μετὰ σφίσιν υἷες Ἀχαιῶν 1.368; ἄνδιχα πάντα δάσασθαι 18.511, cf. Od. 2.335, etc.; χθόνα δατέοντο Ζεύς τε καὶ ἀθάνατοι Pi. O. 7.55; μένος Ἄρηος δατέονται they share, i.e. are alike filled with, the fury of Ares, Il. 18.264: freq. of banqueters, κρέα πολλὰ δατεῦντο Od. 1.112; μοίρας δασσάμενοι δαίνυντʼ 3.66; ὑπέστην Ἕκτορα . . δώσειν κυσὶν ὠμὰ δάσασθαι tear in pieces, Il. 23.21, cf. Od. 18.87, E. Tr. 450.
[ἡμίονοι] χθόνα ποσσὶ δατεῦντο measured the ground with their feet, Il. 23.121.
cut in two, τὸν μὲν . . ἵπποι ἐπισσώτροις δατέοντο 20.394.
in act. sense, simply, divide, τρεῖς μοίρας δασάμενοι τὸν πεζόν having divided into. ., Hdt. 7.121; divide or give to others, τῶν θεῶν τῷ ταχίστῳ . . τῶν θνητῶν τὸ τάχιστον δατέονται Id. 1.216; τοῖς παισὶ τὰ χρήματα Democr. 279; μεῖον, πλέον δ. X. Cyr. 4.2.43, Oec. 7.24; τὸ ἐπιβάλλον Corn. ND 27: pf. in pass. sense, to be divided, distributed, Il. 1.125, 15.189, Hdt. 2.84, Diog.Apoll. l.c., E. HF 1329.— Ep. and Ion., also Cret., Leg.Gort. 4.28, al., and Arc., IG 5(2).262 (Mantinea, v B.C.); rare