δέος · deos — LSJ
fear, alarm, χλωρὸν δέος pale fear, ib. 7.479, etc.: distd. by Ammon. from φόβος, as being morelasting (δέος . . κακοῦ ὑπόνοια, φόβος δὲ ἡ παραυτίκα πτόησις), cf. Prodic. ap. Pl. Prt. 358d; φόβος τε καὶ δ. Hdt. 4.115; τὸ δ. καὶ ὁ φ. Lys. 20.8; δέει καὶ φόβῳ D. 21.124, cf. 23.103; also δέος . . αἰσχύνη θʼ ὁμοῦ S. Aj. 1079; ἵνα γὰρ δ., ἔνθα καὶ αἰδώς Poet. ap. Pl. Euthphr. 12b; δ. τινός fear of a person or thing, Ar. Ach. 581; δέει τῶν Κερκυραίων μή . . Th. 1.26; τεθνᾶσι τῷ δέει τοὺς τοιούτους ἀπο
reason for fear, Il. 1.515; means of inspiring fear, δ. δεινότερον Th. 3.45: rarely in pl., δέη ἐπιπέμπει πολλὰ ὁ θεός Lys. 6.20; δέα ποικίλα Ael. NA 8.10; also δέατα Hecat. 364J. (δϝεψ-ος, cf. δεινός, Skt. dveṣṭi ‘hate’.)