διαμαρτῠρ-έω · diamartyr-eō — LSJ
use a διαμαρτυρία (q.v.), πρός τινα D. 44.27.
c. inf., affirm by a διαμαρτυρία that . ., δ. μὴ ἐπίδικον . . τὸν κλῆρον εἶναι Is. 3.3, cf. D. 44.48:—Pass., aor. διεμαρτυρήθην, to be affirmed in a διαμαρτυρία to be so and so, διεμαρτυρήθη μὴ Πλαταιεὺς εἶναι Lys. 23.13, cf. Is. 3.5; τὰ διαμαρτυρηθέντα Isoc. 18.15.
Med., testify against, τὰ πραττόμενα J. AJ 9.8.3.
attest, -ουμένην τὴν παρὰ τῶν θεῶν εὐμένειαν Inscr.Prien. 108.20, 110.15 (ii B.C.).