διαπέτομαι · diapetomai — LSJ
fly through, διὰ δʼ ἔπτατο πικρὸς ὀϊστός Il. 5.99; ὁρᾷς τὸν ἁβρὸν οὗ βέλος διέπτατο E. Supp. 860; δ. διὰ τῆς πόλεως Ar. Av. 1217: c. acc., E. Med. 1, Ar. V. 1086.
fly away, vanish, διαπτομένη οἴχεσθαι Pl. Phd. 70a, 84b, etc.; of Time, E. HF 507.
of a report, fly in all directions, διϊπταμένη ἡ φήμη Hdn. 2.8.7.