διαφράσσω · diaphrassō — LSJ
= διαφράγνυμι, διαφάρξαντι τὰ μετακιόνια IG 1(2).373.251; δ. μεταστύλιον ib. 2.1054.63, cf. D.S. 17.96, Them. Or. 20.235d:—Pass., to be divided off, δ. ὑμέσι Dsc. 2.24; μήνιγξι Erasistr. ap. Gal. 5.603, cf. Hdn. 3.1.4; διαφρᾰγείς obstructed, Ruf. Anat. 30; but ἔλλοβα διαπεφραγμένα with divisions, Thphr. HP 8.5.2.