διαρραίω · diarraiō — LSJ
dash in pieces, destroy, διαρραῖσαι μεμαῶτες Il. 2.473, etc.; οἶκον Od. 2.49:—Pass., c. fut. Med., to be destroyed, perish, τάχα δʼ ἄμμε διαρραίσεσθαι ὀΐω Il. 24.355; διαρραισθέντας εἰς Ἅιδου μολεῖν A. Pr. 238.
ῥωχμαὶ σάρκα διαρραίουσι dub. in Marc.Sid. 80.