διασπείρω · diaspeirō — LSJ
scatter or spread about, [τὰς μνέας] . . αὐτοχειρίῃ διέσπειρε τῇ στρατιῇ Hdt. 3.13; διέσπειρε ἡμέας ἄλλην ἄλλῃ τάξας dispersed us, ib. 68; δ. λόγον X. HG 5.1.25; τοὔνομα εἰς τὴν Ἀσίαν Isoc. 5.104; squander, S. El. 1291:—Pass., to be scattered, κρατὸς διασπαρέντος αἵματός θʼ ὁμοῦ Id. Tr. 782; πῶλοι διεσπάρησαν ἐς μέσον δρόμον Id. El. 748; of troops, διεσπαρμένοι Th. 1.11, X. HG 5.3.1, etc.; φύσεις ὁμοίως διεσπαρμέναι equally distributed, Pl. R. 455d, cf. Sph. 260b, etc.; ἡ ψυχὴ διασπείρεται is di