διατελ-έω · diatel-eō — LSJ
bring quite to an end, accomplish, ἐπεί περ ἠρξάμην, διατελέσαι βούλομαι X. HG 7.3.4; δ. χάριν E. Heracl. 434; so of Time, διατετελεκὼς τὰ ἐν τοῖς ἐφήβοις δέκα ἔτη X. Cyr. l.c.
abs.,
mostly c. part., continue being or doing so and so, τὸ λοιπὸν τῆς ζόης δ. ἐόντα τυφλόν Hdt. 6.117; δ. ἐόντες ἐλεύθεροι Id. 7.111, cf. 1.32, etc.; δ. τὸν λοιπὸν βίον δουλεύοντες And. 1.38; δ. καθεύδοντες Pl. Ap. 31a; μινυρίζων δ. τὸν βίον ὅλον Id. R. 411a; διετέλεσας πειρώμενος you have been trying all along, Id. Tht. 206a: with Adjs., δ. πρόθυμος continue zealous, Th. 6.89, cf. 1.34; δ. ἀχίτων X. Mem. 1.6.2; ἡδὺς δ. Alex. 45.9.
with no part. or Adj., continue, live, δ. μετʼ ἀλλήλων διὰ βίου Pl. Smp. 192c; δ. χαριέντως Id. R. 426a; ἐν ἀγρῷ Men. Georg. 4.
generally, continue, persevere, διατέλει ὥσπερ ἤρξω Pl. Grg. 494c; δ. ἐν ὕπνῳ Arist. GA 779a24; ἐν τῇ θαλάττῃ Id. Pr. 933a14; of things, continue, ἐὰν αἱ μιμήσεις ἐκ νέων πόρρω δ. Pl. R. 395d.