διατετραίνω · diatetrainō — LSJ
bore through, κεφαλάς Hdt. 3.12; ᾠόν Plu. l.c.:—Med., aor., ὦτα διετετρήνατο Ar. Th. 18:—διατιτραίνω Thphr. CP 1.17.9 (Pass.); also (as if from διατίτρημι) part. διατιτράντες D.C. 69.12, impf. διετίτρη App. Pun. 122:—late pres. διατιτράω Suid.: impf. διετίτρων App. Hisp. 77; διετίτρα Gal. 14.18.