δῐδάσκᾰλ-ος · didaskal-os — LSJ
teacher, master, μαντείης h.Merc. l.c.; δ. τέχνης πάσης βροτοῖς A. Pr. l.c.; δεινῶν ἔργων Lys. 12.78; πόλεμος βίαιος δ. Th. 3.82; διδάσκαλον λαβεῖν get a master, [S.]Fr. 1120.8; εἰς διδασκάλου (sc. οἶκον) φοιτᾶν go to school, Pl. Alc. 1.109d, etc.; διδασκάλων or ἐκ διδασκάλων ἀπαλλαγῆναι leave school, Id. Grg. 514c, Prt. 326c; ἐν διδασκάλων at school, Id. Alc. 1.110b.
trainer of a dithyrambic or dramatic chorus, producer of a play, etc., ἴτω δὲ καὶ τραγῳδίας ὁ Κλεομάχου δ. Cratin. 256, cf. Ar. Av. 912, Ach. 628, Antipho 6.13, etc.; δ. τοῦ μεγάλου χοροῦ SIG 698.8 (Delph., ii B. C.).