διοίγνῡμι · dioignymi — LSJ
open, τὰς γνάθους διοίγνυτε Ar. Ec. 852: metaph., τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα Ph. 1.442:—Pass., Id. 2.414:—also διοίγω, S. Aj. 346, OT 1287, 1295 (Pass.), Pl. Smp. 222a (Pass.), etc.; ᾗ δʼ ἂν διοίξῃς σφάγια (sc. τῇ μαχαίρᾳ) E. Supp. 1205.