ἐγκατα-μείγνῡμι · enkata-meignymi — LSJ
mix with, τί τινι Timo 33, Luc. Hist.Conscr. 13, etc.; φάρμακον πότῳ Ach.Tat. 4.15; τινὰς λόχοις D.H. 6.2; ἑαυτοὺς τοῖς στρατιώταις Hdn. 7.12.7: metaph., κέντρον τωθασμοῖς Ph. 2.570; θεὸν ἀνθρωπίναις χρείαις Plu. Def.orac. 2.414f; of a sculptor, μανίην λίθῳ APl. 16.57 (Paul.Sil.), cf. AP 9.593:—Pass., to be mixed in or with, ἐγκαταμειγνύμενος ὕδατι Hp. Aër. 6; ἐγκαταμεμιγμένα τοῖς λεγομένοις Isoc. 15.10; ὀνόματα -μιγέντα τῇ λέξει D.H. Comp. 25.