ἐκδᾰπᾰνάω · ekdapanaō — LSJ
exhaust, χορηγίας Plb. 21.10.9 ; προσόδους Id. 24.7.4, cf. PBaden 19.19 (ii A.D.) ; τὸ αἷμα, τὸ ὑγρόν, Gal. 10.192, 15.86 : metaph., τὰς προθυμίας εἰς τοὺς ἐχθρούς J. AJ 15.5.1 ; τὸν θυμὸν εἴς τινας Lib. Decl. 37.30 :—Pass., ἐκδεδαπανῆσθαι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν 2 Ep.Cor. 12.15.