1. ἐκκλείω · ekkleiō — LSJ
shut out from, c. gen., ἐ. ἄλλον ἄλλοσε στέγης E. l.c. :—Pass., to be shut out, Id. HF 330.
metaph., shut out, exclude from, πόλιν τῆς μετοχῆς Hdt. 1.144; τῆς συμμαχίας, τῶν ὅρκων, Aeschin. 2.85, 3.74 : c. acc. et inf., ἐξέκλειον λόγου τυγχάνειν τοὺς ἄλλους D. 19.26.
hinder, prevent, τῷ καιρῷ τὴν κατηγορίαν Plb. 18.8.2; τὴν θήραν D.S. 3.16 :—Pass., ἐκκληϊόμενοι τῇ ὥρῃ being prevented by [want of] time, Hdt. 1.31; ἐκκλεισθεὶς ὑπὸ τῶν καιρῶν D.S. 18.3 : c. inf., ἐ. ποιεῖν τι Id. 4.32, cf. Arist. MM 1198b16.
shut off, cut off, ζωῆς ὁδούς Opp. C. 2.342.