ἐκφοιτ-άω · ekphoit-aō — LSJ
go out constantly, be in the habit of going out, ἐπὶ θήρην Hdt. 4.116; simply, go out, ἐκ τῆς ἀκροπόλιος Id. 3.68, cf. E. El. 320.
of things, to be spread abroad, λόγοι παρὰ τῆς γυναικὸς ἐξεφοίτων Plu. Lyc. 3.
ἐ. εἰς μανίαν to end in madness, Ael. NA 11.32.
issue, κἂν μήπω τέλειον αὐτῆς ἐκφοιτήση τὸ γέννημα, prob. for ἐμφ., Ph. 1.105.